LSJπῐνηρόςGlossπῐνηρός , ή , όν , Ion. for πιναρός, ἔρια πινηρά Hp. ap. Erot.πῐνηρός,ή,όν, Ion. forA.πιναρός, ἔρια πινηράHp.ap. Erot.ReferencesHp.Erot.