πῖος,α,ον, poet. form of
A.
πίων, ἄρνες
Epich. 136
; μῆλα
Orph. A. 506
: henceπῑότερος, πῑότατος, v. πίων .
πῖος , α , ον , poet. form of πίων, ἄρνες Epich. 136 ; μῆλα Orph. A. 506 : hence πῑότερος, πῑότατος , v. πίων .
πῖος,α,ον, poet. form of
A.
πίων, ἄρνες
Epich. 136
; μῆλα
Orph. A. 506
: henceπῑότερος, πῑότατος, v. πίων .