πιστικός(B),ή,όν, (πίστις)
A. faithful, Vett.Val. 10.14 ,Cat.Cod. Astr.
8(4).169 ; γυνὴ π. καὶ οἰκουρός
Artem. 2.32
.Adv.- κῶς, ἔχειν πρὸς ἀλλήλους
Plu. Pel. 8
: Sup. -ώτατα
Hld. 3.9 .
2. late spelling ofπειστικός(q.v.).
faithful
πιστικός(B),ή,όν, (πίστις)
A. faithful, Vett.Val. 10.14 ,Cat.Cod. Astr.
8(4).169 ; γυνὴ π. καὶ οἰκουρός
Artem. 2.32
.Adv.- κῶς, ἔχειν πρὸς ἀλλήλους
Plu. Pel. 8
: Sup. -ώτατα
Hld. 3.9 .
2. late spelling ofπειστικός(q.v.).