πίων[ῑ],ὁ,ἡ , neut.πῖον, gen.πίονος(irreg. fem.πίειρα, q.v.),
A. fat, in Hom. of beasts, πίονος αἰγός
Il. 9.207
; ὗν . . μάλα πίονα
Od. 14.419
; π. μῆλα
Il. 12.319
, etc.; μῆλα πίονα δημῷ
Od. 9.464
; βοῦν πίονα δημῷ
Il. 23.750
, cf. 2.403 ; πίονα μηρία καῖε βοός
11.773
;νῶτα βοὸς π. Od. 4.65 ;π. δημός richfat, Il. 22.501 ;ἔγκατα πίονι(fort.πίονα) δημῷ
Hes. Th. 538
; of oil, Hdt. 2.94 ; λύχνου π. ἔαρ
Call. Fr. 201