LSJπλᾰγί-ωσιςGlossπλᾰγί-ωσις , εως , ἡ , = πλαγιασμός , Hsch. s.v. λόξωσις .πλᾰγί-ωσις,εως,ἡ,A.= πλαγιασμός , Hsch.s.v. λόξωσις .ReferencesHsch.