πλασμᾰτώδης,ες,
A. fictitious, Arist. GA 764b10 , Resp. 472b12 , Porph. Gaur. 2.2 ; λέγω δὲ πλασματῶδες τὸ πρὸς ὑπόθεσιν βεβιασμένον
Arist. Metaph. 1082b3
;τὸ δραματικὸν καὶ π. Plu. Rom. 8 .
fictitious
πλασμᾰτώδης,ες,
A. fictitious, Arist. GA 764b10 , Resp. 472b12 , Porph. Gaur. 2.2 ; λέγω δὲ πλασματῶδες τὸ πρὸς ὑπόθεσιν βεβιασμένον
Arist. Metaph. 1082b3
;τὸ δραματικὸν καὶ π. Plu. Rom. 8 .