πλάστιγξ, Ion.
πλήστιγξ(v. infr. 111 ),ιγγος,ἡ,
A. scale of a balance, Ar. Pax 1248 ; παρίστασθον παρὰ τὼ πλάστιγγε
Id. Ra. 1378
;τιθέναι εἰς πλάστιγγας, ἐν πλάστιγγι ζυγοῦ κεῖσθαι, Pl. Ti. 63b , R. 550e : metaph., ἀνώμαλοι πλάστιγγες ἀστάτου τύχης
Trag.Adesp. 179
; ὅταν δαίμων ἀνδρὸς εὐτυχοῦς τὸ πρὶν πλάστιγγ' ἐρείσῃ τοῦ βίου παλίρροπον
S. Fr. 576.5
(prob. forμάστιγ') ; τὸ τεᾷ π. δοθὲν μακαριστότατον τελέθει
Lyr.Adesp. 139
; ὥσπερ ἐπὶ πλάστιγγος ἀντιρρέπων
Ph. 2.170
; εἰς τὴν αὐτὴν τιθεὶς π. τὴν μέθην τῇ μανίᾳ
Ath. 1.11a
.