πλεκ-τός,ή,όν,
A. plaited, twisted,
τάλαροι
Od. 9.247
; σειρή
22.175
; ἀναδέσμη
Il. 22.469
; ἅρματα
Hes. Sc. 63
; ὐποθύμιδες
Sapph. Supp. 23.16
; στέφανοι
Xenoph. 1.2
, cf. E. Hipp. 73 ;π. στέγαι wickermansions, of the Scythian vans, A. Pr. 709 ;ἀρτάναι, αἰῶραι,
S. Ant. 54 , OT 1264 ; κύτος
E. Ion 37
; κανίσκιον