πλεύμωνorπνεύμων,ονος , ὁ(on the form and deriv.,v.sub fin.),
A. the lungs,
πάγη δ' ἐν πλεύμονι χαλκός
Il. 4.528
, 20.486 (v.l.); ὁ τῶν πνευμάτων τῷ σώματι ταμίας ὁ π.
Pl. Ti. 84d
, cf. 70c , Arist. Resp. 476a9 , LXX 3 Ki. 22.34 : mostly in pl., Archil. 9.5 , Alc. 39.1 , A. Th. 61 , S. Tr. 567 , etc.; διὰ πνευμόνων θερμὸν ἄησιν ὕπνον
A. Fr. 178
A; πνεῦμ' ἀνεὶς ἐκ πλευμόνων
E. Or. 277
; regarded as the most vital part, σπαραγμὸς . . πλευμόνων ἀνθήψατο
S. Tr. 778
, cf. Ar. Lys. 367 , Ra. 474 ;πλευμόνων πολὺς πόνοςib. 829 ; as the seat of love, [ Κύπρις] Διὸς τυραννεῖ πλευμόνων
S. Fr. 941.15
.