πληγοειδής,ές,
A. like an impact,
ἐπίρροιαι
Cass. Pr. 25
:—alsoπληγώδης,ες, = πληκτικός
11 , Antyll. ap. Orib. 9.13.4 .
like an impact,
πληγοειδής,ές,
A. like an impact,
ἐπίρροιαι
Cass. Pr. 25
:—alsoπληγώδης,ες, = πληκτικός
11 , Antyll. ap. Orib. 9.13.4 .