πληθ-ύνω,fut.
A.
-ῠνῶ
2 Ep.Cor. 9.10
:aor.
ἐπλήθυνα
Dam. Pr. 99
:—causal ofπληθύω, increase, multiply,
LXX Ge. 17.2 , al., Ph. 1.496 ,2 Ep.Cor.l.c., Ep.Hebr. 6.14 :— Pass. , ταῖς γυναιξὶ τὸ γάλα πληθύνεται abounds,
Arist. HA 587b20
.
2. make multiple, 'plurify', κατὰ ἀναλογίαν [τὸ ἡνωμένον] ἐπληθύναμεν τῶν κατωτέρω πεπληθυσμένων τὸν πρῶτον πληθυσμόνDam.l.c.; θεοὶ -όμενοι μὲν ἐν τῷ κόσμῳ, περὶ αὐτὸν δὲ ἑνοειδῶς ὄντες
Jul. Or. 4.143b
, cf. Or. 7.222a .
3. intr., v. πληθύω
11 .