LSJπληθωρ-ικόςGlossplethoric,πληθωρ-ικός,ή,όν,A. plethoric, διάθεσις, νόσημα,Id. 7.578 , 18(1).79 .Adv.-κῶς, διακεῖσθαιId. 6.130.ReferencesId. 7.57818(1).79Id. 6.130