πλημμελ-έω, prop.
A. make a false note in music,but in usage, metaph.,offend, err,
τί πλημμελήσας;
E. Ph. 1655
, cf. Pl. Phd. 117e , al.; τοὺς ἑκουσίως καὶ δι' ὕβριν πλημμελοῦντας
D. 21.42
; περί τι
Antipho 3.3.6
; παρὰ τοὺς νόμους
Din. 1.62
; εἰς δίκην
Pl. Lg. 943e
, cf. Rev.Phil. 1929.142 (Iasos), POxy. 1119.18
(iii A.D.); εἴς τινα τῷ λόγῳ
Aeschin. 1.167
, cf. Phld. Ir. p.83 W.: c.part., μὴ οὖν τι πλημμελήσομεν καλοῦντες . .;