πλησμον-ή,ἡ,
A. a being filled, satiety,opp.ἔνδεια, κένωσις,
Pl. R. 571e , Smp. 186c ; esp. with food,repletion, surfeit,
Hp. Aph. 2.4 ; οὔτε π. οὔτε μέθη
X. Cyr. 4.2.40
, cf. Phld. Mus. p.62K. ; ἐς πλησμονάς
E. Tr. 1211
; ἐν πλησμονῇ τοι Κύπρις, ἐν πεινῶντι δ' οὔ
Id. Fr. 895
; ἐσθίειν εἰς π.
LXX Ex. 16.3
: c. gen., τῶν μὲν γὰρ ἄλλων ἐστὶ πάντων π.
Ar. Pl. 189
, cf. Isoc. 1.20 ; π. ὑγροῦ
Hp. Aph. 7.62
; τιμῆς τε καὶ νίκης