LSJπλινθ-ῖτιςGlossπλινθ-ῖτις , ιδος , ἡ , a kind of στυπτηρία, Gal. 12.237 .πλινθ-ῖτις,ιδος,ἡ, a kind ofστυπτηρία,Gal. 12.237 .