LSJπλοϊκόςGlossπλοϊκός , ή , όν , = πλώϊμος , Suid. πλόϊμος , v. πλώϊμος.πλοϊκός,ή,όν,A.= πλώϊμος , Suid.πλόϊμος, v. πλώϊμος.ReferencesSuid.Related Lemmasπλόϊμος