πλοῦτος,ὁ,
A. wealth, riches,
ἄφενος καὶ πλοῦτον ἀφύξειν
Il. 1.171
; ὄλβῳ τε πλούτῳ τε
16.596
; π. ἀρεταῖς δεδαιδαλμένος
Pi. O. 2.53
; opp.πενία,
Pl. R. 421d ; ἀνατετροφέναι πλοῦτον
And. 1.131
: pl., τῶν γὰρ π. ὁδ' ἄριστος treasures,
E. Fr. 137
(anap.); πλούτοις καὶ πενίαις
Pl. R. 618b
; γένη καὶ πλοῦτοι
Id. Grg. 523c