LSJπνόοςGlossπνόος , ὁ , = πνοή , Id. πνυκίτης , f.l. for πυκνίτης.πνόος,ὁ,A.= πνοή , Id.πνυκίτης, f.l. for πυκνίτης.Related Lemmasπνυκίτης