LSJποδαλγ-ικόςGlossποδαλγ-ικός , ή , όν , = ποδαγρικός, νόσος Lyd. Mens. 4.89 .ποδαλγ-ικός,ή,όν,A.= ποδαγρικός, νόσοςLyd. Mens. 4.89 .ReferencesLyd. Mens. 4.89