LSJποδ-ιάζειν:Glossποδ-ιάζειν: τὸ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀναστρέφειν καὶ ὑποστρέφειν, Hsch.ποδ-ιάζειν: τὸ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀναστρέφειν καὶ ὑποστρέφειν,Hsch.