ποίκ-ιλμα,ατος,τό,
A. broidered stuff, brocade,
A. Ch. 1013 ; ὑφάσμασι καὶ π.
Arist. Mete. 375a23
.
2. embroidery,
ὃς [πέπλος] κάλλιστος ἔην ποικίλμασιν
Il. 6.294
;ποικίλμασι κεκόσμηται [ἡ οἰκία]with various ornaments,
X.
Oec. 9.2 ; ὁ πέπλος μεστὸς τῶν . . π.
Pl. Euthphr. 6c
; τὰ π. καὶ τὰ ζωγραφήματα καὶ τὰ πλάσματα
Id. Hp.Ma. 298a
; of the stars in heaven, Id. R. 529c ; οὐρανοῦ δέμας Χρόνου καλὸν π.
Critias Fr. 25.34D.