ποιμάνωρ [ᾱ],ορος,ὁ,
A.
= ποιμήν
11 , A. Pers. 241 (troch.). (Fromποιμαίνωandἀνήρ.)
ποιμάνωρ [ᾱ] , ορος , ὁ , = ποιμήν 11 , A. Pers. 241 (troch.). (From ποιμαίνω and ἀνήρ. )
ποιμάνωρ [ᾱ],ορος,ὁ,
A.
= ποιμήν
11 , A. Pers. 241 (troch.). (Fromποιμαίνωandἀνήρ.)