ποιμέν-ιος,α,ον, rare synonym ofποιμενικός, κάματοι, δόναξ,
AP 6.73 ( Maced. ), APl. 4.226 ( Alc. ).
ποιμέν-ιος , α , ον , rare synonym of ποιμενικός, κάματοι, δόναξ, AP 6.73 ( Maced. ), APl. 4.226 ( Alc. ).
ποιμέν-ιος,α,ον, rare synonym ofποιμενικός, κάματοι, δόναξ,
AP 6.73 ( Maced. ), APl. 4.226 ( Alc. ).