ποιν-ή,ἡ,
A. bloodmoney, were-gild, finepaid by the slayer to the kinsmen of the slain, c. gen. pers., ἵνα μή τι κασιγνήτοιό γε π. δηρὸν ἄτιτος ἔῃ
Il. 14.483
; π. δ' οὔ τις παιδὸς ἐγίγνετο τεθνηῶτος
13.659
, cf. 9.633 ; ἐνείκεον εἵνεκα ποινῆς ἀνδρὸς ἀποφθιμένου
18.498
.
2. generally,price paid, satisfaction, requital, penalty,
Κύκλωψ ἀπετείσατο π. ἰφθίμων ἑτάρων
Od. 23.312
; δυώδεκα λέξατο κούρους, π. Πατρόκλοιο
Il. 21.28
; πολέων δ' ἀπετίνυτο ποινήν
16.398
; υἷος π. Γανυμήδεος