LSJποκύφοςGlossποκύφος [ῠ] , ὁ , = ἐριοϋφάντης , PTeb. 5.170 (ii B.C.) .ποκύφος [ῠ],ὁ,A.= ἐριοϋφάντης , PTeb. 5.170(ii B.C.).ReferencesPTeb. 5.170