πολίζω, Ep.
aor.
A.
ἐπόλισσα
A.R. 1.178
, πόλισσα
Il. 7.453
: (πόλις):—build a city: generally,build,
[τεῖχος] πολίσσαμεν
Il.
l.c.;ἣν ἐπόλισσεν(sc.τὴν πάτρην) Epigr.Gr. 982 (Philae):— Pass. , Ἴλιος πεπόλιστο
Il. 20.217
; Δωδώνη πεπόλισται
Hes. Fr. 134.5
, cf. Hdt. 4.108 , 5.52 , al.; ἐφ' ἁμαξῶν πεπολισμένοι
Philostr. VA 6.25
:— Med. ,build for oneself,