LSJπολῐορκ-ητήριοςGlossπολῐορκ-ητήριος , α , ον , = πολιορκητικός, μηχαναί Onos. 42.3 .πολῐορκ-ητήριος,α,ον,A.= πολιορκητικός, μηχαναίOnos. 42.3 .ReferencesOnos. 42.3