LSJπολιρραίστηςGlossπολιρραίστης , ου , ὁ , ̔ῥαίὠ = πτολίπορθος , Lyc. 210 .πολιρραίστης,ου,ὁ , ̔ῥαίὠA.= πτολίπορθος , Lyc. 210 .ReferencesLyc. 210