πολλοστ-ημόριος,ον, (μόριον)
A. a number of times smaller,opp.πολλαπλάσιος,
Arist. Top. 147a26 , Metaph. 1020b28 ; πολλαπλάσιον ἢ π. τοῦ πρότερον
Id. Pol. 1308b2
; τὸ π. fraction,
Id. Top. 125a9
; οὐδὲ π. ὧν σε δεῖ παθεῖν
Luc. DDeor. 1.1
, cf. Phld. Mus. p.110 K.