πολῠ-γηθής, Dor.
πολῠ-γᾱθής,ές, (γηθέω)
A. much-cheering, delightful, gladsome,
ὧραι
Il. 21.450
; Διώνυσος
Hes. Th. 941
, Op. 614 , cf. Pi. Fr. 29.5 ; Διὸς εὐναί
Id. P. 2.28
; ὀρχηθμός
AP 9.189
, etc.: also voc.-γηθε(as if from-γηθος) Orph. H. 10.10 .