πολῠ-γλᾰγής,ές , ̔γλάγος̓
A.
= πολυγάλακτος, ἐνιαυτός
Arat. 1100 ; μαζοί
Nonn. D. 9.176
.
πολῠ-γλᾰγής , ές , ̔γλάγος̓ = πολυγάλακτος, ἐνιαυτός Arat. 1100 ; μαζοί Nonn. D. 9.176 .
πολῠ-γλᾰγής,ές , ̔γλάγος̓
A.
= πολυγάλακτος, ἐνιαυτός
Arat. 1100 ; μαζοί
Nonn. D. 9.176
.