πολῠ́-γναμπτος,ον,
A. much-bent, much-twisting,
μυχοί
Pi. O. 3.27
; λαβύρινθοι
AP 9.191
; προχοαί
Q.S. 1.286
;curly,
σέλινον
Theoc. 7.68
.
much-bent, much-twisting,
πολῠ́-γναμπτος,ον,
A. much-bent, much-twisting,
μυχοί
Pi. O. 3.27
; λαβύρινθοι
AP 9.191
; προχοαί
Q.S. 1.286
;curly,
σέλινον
Theoc. 7.68
.