πολυ-ήκοος,ον, (ἀκούω)
A. having heard much, much-learned,
π. ἐν ταῖς ἀναγνώσεσιν καὶ πολυμαθεῖς
Pl. Lg. 810e
; π. ἄνευ διδαχῆς
Id. Phdr. 275a
.
having heard much, much-learned,
πολυ-ήκοος,ον, (ἀκούω)
A. having heard much, much-learned,
π. ἐν ταῖς ἀναγνώσεσιν καὶ πολυμαθεῖς
Pl. Lg. 810e
; π. ἄνευ διδαχῆς
Id. Phdr. 275a
.