πολυ-ρρήμων,ον, gen.ονος, (ῥῆμα)
A. much-speaking, wordy,
M.Ant. 3.5 ; πνεῦμα τοῦ στόματος
LXX Jb. 8.2
; σοφία
Max.Tyr. 31.1
.
much-speaking, wordy,
πολυ-ρρήμων,ον, gen.ονος, (ῥῆμα)
A. much-speaking, wordy,
M.Ant. 3.5 ; πνεῦμα τοῦ στόματος
LXX Jb. 8.2
; σοφία
Max.Tyr. 31.1
.