πολύ-τλητος,ον,
A. having borne much, miserable,
γέροντες
Od. 11.38
, cf. Orph. Fr. 354 , Q.S. 1.135 , al.; also ὠδίνεσσι πολυτλήτοισι
Id. 11.25
; γῆρας
Id. 2.341
.
having borne much, miserable,
πολύ-τλητος,ον,
A. having borne much, miserable,
γέροντες
Od. 11.38
, cf. Orph. Fr. 354 , Q.S. 1.135 , al.; also ὠδίνεσσι πολυτλήτοισι
Id. 11.25
; γῆρας
Id. 2.341
.