ποντο-γενής,ές, (γενέσθαι)
A. seaborn,
Orph. H. 55.2 , 81.1 :—fem.ποντο-γένεια, poet.ποντο-είη,ἡ, formed like ἀφρογένεια , Opp. C. 1.33 .
seaborn,
ποντο-γενής,ές, (γενέσθαι)
A. seaborn,
Orph. H. 55.2 , 81.1 :—fem.ποντο-γένεια, poet.ποντο-είη,ἡ, formed like ἀφρογένεια , Opp. C. 1.33 .