πορδάλεος [ᾰ],α,ον,
A.
= παρσδάλεος , Opp. C. 3.467 .
II. (πορδή)flatulent,
Luc. Lex. 10 .
πορδάλεος [ᾰ] , α , ον , = παρσδάλεος , Opp. C. 3.467 . ( πορδή ) flatulent, Luc. Lex. 10 .
πορδάλεος [ᾰ],α,ον,
A.
= παρσδάλεος , Opp. C. 3.467 .
II. (πορδή)flatulent,
Luc. Lex. 10 .