πορθ-έω, collat. form ofπέρθω(more used in Prose),
A. destroy, ravage, plunder,
πόλεας καὶ τείχεα
Il. 4.308
; ἀνδρῶν ἀγρούς
Od. 14.264
; τοὺς χώρους
Hdt. 3.58
; πόλιν
A. Th. 583
, etc.; Φοινίκην
Isoc. 9.62
; τὴν Σελλασίαν ἔκαον καὶ ἐπόρθουν
X. HG 6.5.27
; τὴν ἤπειρον
Th. 8.57
; τὴν χώραν λεηλατῆσαι καὶ τὴν πόλιν πορθῆσαι