πορ-ιστικός,ή,όν,
A. able to supplyorprocure,
τῶν ἐπιτηδείων τοῖς στρατιώταις
X. Mem. 3.1.6
; ἀρετή ἐστι δύναμις π. ἀγαθῶν
Arist. Rh. 1366a37
, cf. Pl. Grg. 517d ;π. βίβλοςtreatiseon supply,
Aen.Tact. 14.2 ; π. ἕξις τῶν πρὸς τὸ ζῆν καθηκόντων
Stoic. 3.67
; π.καὶ φυλακτικός
Phld. Oec. p.67J.