LSJπόρνο-τριφGlossπόρνο-τριφ , ῐβος , ὁ , ̔τρίβὠ = πορνοκόπος , Phryn. 389 , Thom.Mag. p.291R.πόρνο-τριφ,ῐβος,ὁ , ̔τρίβὠA.= πορνοκόπος , Phryn. 389 , Thom.Mag. p.291R.ReferencesPhryn. 389p.291R.