LSJπόρπ-ωμαGlossπόρπ-ωμα , ατος , τό , = πόρπαμα , Id. ( v.l. πόρπημα ).πόρπ-ωμα,ατος,τό,A.= πόρπαμα , Id. ( v.l. πόρπημα ).