LSJπόρρωGlossπόρρω , πόρπ-ωθεν , πορπ-ωτέρω , v. πρόσω, πρόσωθεν , etc. πορσαίνω , v. πορσύνω.πόρρω,πόρπ-ωθεν,πορπ-ωτέρω,A.v. πρόσω, πρόσωθεν , etc.πορσαίνω, v. πορσύνω.Related Lemmasπόρπ-ωθενπορπ-ωτέρωπορσαίνω