πορφύρ-εος,η,ον, Att.
πορφυρ-ῠροῦς,ᾶ,οῦν, Aeol.
πορφυρ-ύριος
Sapph. 64 , Alc. Supp. 11.2 (πόρφυρον ἄνθοςis corrupt in Sapph. 94 , andπορφυρ[α] as neut. pl. (̄̆̄) is found in Sapph. Supp. 20a . 9 );-ύριοςalso in IG 5(1).1390.179 (Andania,i B.C.):
I. in Hom. ,
1. of the sea (cf.πορφύρω),heaving, surging,[ χαράδραι] ἐς . . ἅλα πορφυρέην μεγάλα στενάχουσι ὁέουσαι
Il. 16.391
; ἀμφὶ δὲ κῦμα στείρῃ πορφύρεον μεγάλ' ἴαχε νηὸς ἰούσης
1.482
, Od. 2.428 ; π. κῦμα . . ποταμοῖο ἵστατ' ἀειρόμενον
Il. 21.326
, cf. Od. 11.243 ;θάλασσαAlc.l.c.
2. of blood,gushing,