πόσῐς,ιος, Att.
εως,ἡ;dat.πόσει,
Ion.
A.
πόσι
Hdt. 5.19
: (πίνω):—drinking, drink, beverage,
πόσιος καὶ ἐδητύος ἐζ ἔρον ἕντο
Il. 1.469
, al.; βρῶσίς τε π. τε
Od. 10.176
, cf. Hes. Sc. 395 : pl., βρώσεσιν ἢ πόσεσιν
Democr. 235
;carousal,
Alc. 101 , Critias 6.9
D. ;συγγίνεσθαι ἐς πόσινto meet for acarousal,
Hdt. 1.172 , cf. Bull.Soc.Alex. 7.66 ; πρὸς πόσιν τετράφθαι