πότ, apocop. forποτί(q.v.).ποτα, Aeol. forποτε, asὄταforὅτε.
πότ
Gloss
πότ , apocop. for ποτί (q.v.). ποτα , Aeol. for ποτε , as ὄτα for ὅτε.
πότ , apocop. for ποτί (q.v.). ποτα , Aeol. for ποτε , as ὄτα for ὅτε.
πότ, apocop. forποτί(q.v.).ποτα, Aeol. forποτε, asὄταforὅτε.