LSJποτάγχυμεν:Glossποτάγχυμεν: προσορμίζομεν, Hsch. ποταγωγίς , v. προσαγωγεύς.ποτάγχυμεν: προσορμίζομεν,Hsch.ποταγωγίς,A.v. προσαγωγεύς.Related Lemmasποταγωγίς