LSJποῦαν:Glossποῦαν: οἱ κύαμοι ἑφθοί, Hsch. (leg. πούανοι: κ. ἑ., cf. πύανος ).ποῦαν: οἱ κύαμοι ἑφθοί,Hsch. (leg.πούανοι: κ. ἑ.,cf.πύανος).