πρήθω,impf. ἔπρηθον(ἐν-):aor. ἔπρησα(v. infr.): — Pass. ,pf. πέπρησμαι:aor. ἐπρήσθην(v. infr.): A.R. seems to useπρήσοντα, πρήσοντοςaspres. part., 4.819 , 1537 : (for the signf.
A. burn,
v. πίμπρημι; cf. alsoἐμπρήθω, πρηστήρ):— Ep. Verb (rarely if ever in Com.,v.infr.),blow out, swell out by blowing,
ἔπρησεν δ' ἄνεμος μέσον ἱστίον
Od. 2.427
; ἐν δ' ἄνεμος πρῆσεν μέσον ἱστίον
Il. 1.481
; νότου πρήσαντος ἅλα
AP 13.27
( Phal. ); πρῆσαι γαστέρα
LXX Nu. 5.22
:— Pass. ,ἐπρήσθηdub. in Amphis 30.10 ; κοιλία πεπρησμένη
LXX Nu. 5.21
; πέπρησται ἱστία
Ael. NA 2.17