LSJπρήϊον:Glossπρήϊον: πρότερον, Hsch. πρηκτήρ , πρήκτης , πρηκτός , v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.πρήϊον: πρότερον,Hsch.πρηκτήρ,πρήκτης,πρηκτός,A.v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.Related Lemmasπρηκτήρπρήκτηςπρηκτός