πρημαίνω, (πρήθω)
A. blow hard,
πρημαινούσας τε θυέλλας
Ar. Nu. 336
: later c. acc., πρήμηνον ἀξίην φωνὴν σεωυτοῦ
Herod. 7.98
.
blow hard,
πρημαίνω, (πρήθω)
A. blow hard,
πρημαινούσας τε θυέλλας
Ar. Nu. 336
: later c. acc., πρήμηνον ἀξίην φωνὴν σεωυτοῦ
Herod. 7.98
.